Uncategorized

Το τραπέζι μου (το πρώτο)

Η τραπεζαρία της παιδικής μου ηλικίας , ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι με μπρούτζινα στοιχεία στα πόδια , σετάκι με τον μπουφέ . Δεκαετία του 60, σπίτι αστικό.

Η θέση του μπαμπά στο κέντρο, η μαμά στα αριστερά να μπορεί να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα εγώ απέναντί της στα δεξιά του. Κάθε μεσημέρι φαγητό στο τραπέζι, σαλάτα, κυρίως πιάτο, φρούτα. Τα λαχανικά άκοπα σε μπολ , η σαλάτα πρέπει να κόβεται εκείνη την στιγμή έλεγε, και η σάλτσα λάδι λεμόνι αλάτι και ένα κουταλάκι μουστάρδα , πως την λέγαν να δεις? Σαβόρα ναι σαβόρα είχε μια κόκκινη ετικέτα. Χτύπαγε με το πιρούνι τα υλικά τσακ τσακ τσακ μέσα στο πιάτο και έτσι άρχιζε ηχητικά το γεύμα. Κάθε μεσημέρι στις 2.30.

Η ώρα του φαγητού ήταν ιερή , δεν ήταν πάντα ευχάριστη αλλά ήταν ιερή. Αν τύχαινε και χτυπούσε το τηλέφωνο ένα μαύρο που είχαμε στην είσοδο πάνω σε ένα μπαγιουδάκι μάλλον σετ με την τραπεζαρία, το σήκωνε και πριν προλάβει ο άλλος να μιλήσει έλεγε κοφτά «τρώμε καλέστε αργότερα».

Αυτός ο κανόνας καταστρατηγήθηκε μόνο όταν χρόνια αργότερα έφυγα εγώ για σπουδές στην Αγγλία και είχαμε καθημερινό μεσημεριανό τηλεφωνικό ραντεβού . Ξεροστάλιαζε εκεί δίπλα στο τηλέφωνο περιμένοντας τον τηλεφωνητή να τον ρωτήσει αν δέχεται την κλήση από Λονδίνο μιας και καλούσα από τηλεφωνικό θάλαμο και χρέωνα την κλήση σε κείνον. Με το που άκουγε το Hello Sir ξεκίναγε ένα παρατεταμένο yes yes yes χωρίς να ακούει τι του έλεγε ο υπάλληλος. Αυτό το τηλεφώνημα ότι ώρα κι αν ήταν , έτρωγε δεν έτρωγε το σήκωνε.

Τα λαχανικά τα αγόραζε ερχόμενος από το μαγαζί που είχε στο κέντρο, για να ναι φρέσκα, θυμάμαι να τον περιμένω να στρίψει την γωνία , κατηφόριζε την Ηροδότου με την σακούλα στο χέρι. Αυτή η εικόνα είναι ακόμα πολύ καθαρή στα μάτια μου. Η μαύρη δερμάτινη ταχυδρομική τσάντα στο ένα χέρι με έγγραφα και σημειωματάκια -είχε το συνήθειο που κληρονόμησα και εγώ ατόφιο να κρατάει σημειώσεις σε ότι χαρτιά, χαρτάκια , εφημερίδες, κουτιά τσιγάρων έβρισκε μπροστά του- και η πλαστική σακούλα με τις σαλάτες και τα φρούτα στο άλλο.

Σ αυτό το τραπέζι φάγαμε σαν οικογένεια για έντεκα χρόνια , είχε φωνές, καυγάδες, κλάματα χαραγμένα στο γυαλιστερό του ξύλο, πάντα κάτι πήγαινε στραβά. Πότε δεν είχε πετύχει το φαγητό, πότε εκείνη ζήταγε κάτι που τον εκνεύριζε, πότε δεν ήθελε πολλά πολλά πάντως νομίζω η επίγευση δεν ήταν ευχάριστη.

Είχε και τα γιορτινά του όμως όταν στρωνόταν με το καλό τραπεζομάντηλο, το κεντητό, για γενέθλια και γιορτές. Τότε το βάζαμε οριζόντια μπροστά στον μπουφέ και γέμιζε καλούδια για την γιορτή. Μπόμπες αυτοσχέδιες, σουδάκια αλμυρά και γλυκά , γλυκίσματα παραγγελία από τον Ασημακόπουλο ή του Φλόκα ερχόταν και ο φωτογράφος ο κύριος Ζουρέλης από την οδό Σόλωνος και φωτογράφιζε το τραπέζι που είχε στο μέσο του μια υπέροχη ανθοδέσμη ειδική παραγγελία της μάνας μου που πήγαινε απ’ το πρωί το ασημένιο σκεύος στο ανθοπωλείο να φτιάξει την σύνθεση. Ωραία εκείνα τα μαζέματα για τα γενέθλιά μου Φλέβαρη μήνα ,όλοι ντυμένοι μασκαράδες, αλλά και οι βραδιές για χαρτάκι με τους φίλους τους, κάθε Τετάρτη απόγευμα που στρώνονταν οι ροτόντες για κουμ καν , τρεις τον αριθμό και άναβαν όλα τα φώτα στο σαλόνι και το τραπέζι της τραπεζαρίας γινόταν μπουφές με τσιμπητά εδέσματα για την ώρα του διαλλείματος. Θυμάμαι ότι εκείνα τα βράδια κοιμόμουν στο κρεβάτι των γονιών μου γιατί το δικό μου γειτνίαζε με το σαλόνι. Μετά το διαζύγιο έτρωγε μόνος του πάντα στην ίδια θέση και εκ δεξιών τοποθετούσε το κλουβί με το καναρίνι , να τρώνε παρέα. Σιγά σιγά έβγαζε το μπολάκι με το κανναβούρι και έτσι έμαθε ο Ρούμπι να βγαίνει απ’ το κλουβί και να τσιμπολογάει ελεύθερος την τροφή του. Από τότε μέχρι τον θάνατό του όσα καναρίνια πέρασαν απ’ το σπίτι εκπαιδεύτηκαν να τρώνε μεσημεριανό στο τραπέζι σαν κύριοι.

Το τραπέζι δεν ήταν όμως μόνο για το φαγητό , εκεί καθόμαστε να βάλουμε τα γραμματόσημα σε τάξη , εκεί κάναμε λογαριασμούς, εκεί μιλάγαμε οι δυο μας όταν έπρεπε , εκεί του πήγα ένα μαγνητόφωνο για πρώτη φορά και τον έβαλα να μου πει την ιστορία του και γέλαγε σαν μικρό παιδί όταν άκουσε την φωνή του, εκεί τον έβλεπα να κάθετε κρατώντας το κεφάλι του θλιμμένος και μόνος .

Το τραπέζι το αντάλλαξα με ένα κουστούμι και δύο πουλόβερ όταν πέθανε.