Elsa’s Blog
Κοχύλια, μπουκάλια, κουβαρίστρες και άλλες ομορφιές
Συλλέκτης από παιδάκι
Δεν θυμάμαι πια πόσο χρονών ήμουν όταν ξεκίνησα την πρώτη μου συλλογή. Πρέπει να ήμουν στην πρώτη δημοτικού. Τα καλοκαίρια νοικιάζαμε ένα σπίτι στην παραλία του Μαραθώνα. Το μικρό κτήμα είχε έναν βοτσαλωτό διάδρομο που κατέληγε στην θάλασσα . Υπήρχαν κι άλλα τέτοια σπιτάκια με την ίδια περίπου διάταξη κατά μήκος της παραλίας που τέλειωνε σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο που υπάρχει ακόμα. Τα παιδιά τότε ακολουθούσαν και στις διακοπές ένα πρόγραμμα. Μπάνιο το πρωί, μάζεμα στο σπίτι το μεσημέρι για φαγητό και μετά εκείνη η φρικτή ώρα της αναγκαστικής ησυχίας που βαριόσουν την ζωή σου, μέτραγες τα λεπτά και έπρεπε να ζωγραφίζεις ανόητα εικονογραφημένα χωρίς αύριο. Ύστερα έφτανε η ώρα πέντε τ απόγευμα και έτρεχες πάλι στην παραλία για το απογευματινό μπάνιο, μαζί με σένα, λες και σηκωνόταν η μπάρα της φυλακής ξαμολιόνταν και τα άλλα παιδάκια και άρχιζε το παιχνίδι για κάνα δίωρο.
Νομίζω εκείνο το τρεις με πέντε ήταν που γέννησε τον συλλέκτη. Συλλέγω σημαίνει συν- λέγω, μιλώ δηλαδή με κάποιον , με κάτι … ακυρώνω την μοναξιά μου, βρίσκω έναν συνομιλητή πρόθυμο πάντα.
Εκεί λοιπόν, σ αυτές τις ήσυχες ώρες του μεσημεριού, αποφάσισα να αρχίσω να μαζεύω κοχύλια. Στην αρχή μάζευα ότι έβρισκα στην άμμο, ύστερα νομίζω πήρα και μάσκα, μια μπλε χοντρούλα με μια μπάλα άσπρη στο κοντάρι της, σαν κι αυτές του πινγκ πόνγκ και έκανα μακροβούτια για να πιάσω εκείνους τους γυαλιστερούς θησαυρούς. Κάποτε τους έφτανα με την μία, άλλοτε έπρεπε να δοκιμάσω ξανά και ξανά. Νομίζω τότε ήταν που ο πατέρας μου με έβγαλε δελφινάκι, σ αυτές τις προσπάθειες όλο πείσμα να πάω λίγο πιο κάτω για να αδράξω το ένα και μοναδικό, σπάνιο και φοβερό κοχύλι.

Μια μέρα για λόγο που δεν θυμάμαι πια, ίσως κάποιος πρωινός καυγάς των γονιών μου που επέτρεψε ή επέβαλλε να κατέβω στην θάλασσα πολύ νωρίς ανακάλυψα ότι στην ακροθαλασσιά, εκεί που σκάει το κύμα βγαίνουν κάτι πανέμορφα διπλά κοχύλια με ζωάκι μέσα που κάπως σαν να περπατούν στην άμμο. Τι ομορφιά ήταν αυτή, τι στιλπνό κέλυφος, τι χρώματα. Είχε κόκκινα και κίτρινα και πράσινα διπλά ναι ναι διπλά κοχυλάκια που έκλειναν μόλις πήγαινες να τα πιάσεις. Μάζεψα μια χούφτα. Δεν τα έβλεπες μετά τις 8 το πρωί , χάνονταν δεν ξέρω που. Έτσι έγινε το μικρό μου μυστικό, κατέβαινα πρωί πρωί , πέρναγα το βοτσαλωτό, άνοιγα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα την σιδερένια πορτούλα και βρισκόμουν σ αυτόν τον παράδεισο. Ύστερα γύριζα σπίτι και προσπαθούσα με ένα μαχαιράκι να ανοίξω τα κοχύλια να βγάλω το γλιστερό τους περιεχόμενο και να τα ταξινομήσω, δουλειά που έκανε τα ανιαρά μεσημέρια παρελθόν. Βρήκα όμορφα κουτιά και έβαζα τους θησαυρούς μου με τάξη. Κάποιοι διασώζονται ακόμα και όταν σε κάποια μετακόμιση συναντιόμαστε μετά από πενήντα χρόνια συν-λέγουμε τόσα πολλά .
Με τα κοχύλια μεγάλωσα τα παιδιά μου, τους έμαθα να σκύβουν με προσοχή στην άμμο, να διαβάζουν το κύμα και τον καιρό, είναι ο νοτιάς που βγάζει θησαυρούς και ο βοριάς τους κλέβει, αναμετρηθήκαμε παρέα για το ποιος θα βρεί το πιο σπάνιο, εκείνο το μικρό διάφανο κόκκινο, ή ένα ματάκι – όχι το ξεθυμασμένο και αχνό- το άλλο που λάμπει και είναι τα χρώματά του ζωντανά ή τα πράσινα μικροσκοπικά στροφυλάκια και πέρασαν τα καλοκαίρια και ακόμα ενήλικες όλοι πια μπορεί να πάρουν ένα τηλέφωνο και με φωνή γεμάτη περηφάνια να αναφωνίσουν, «καλά βρήκα ένα pecten jacobeus θα πάθεις πλάκα.»



Σ αυτή λοιπόν την πρώτη συλλογή χρωστάω ότι ακολούθησε. Την συλλογή μπουκαλιών που ξεκίνησε όταν πήγα φοιτήτρια στην Αγγλία. Μπουκάλια φαρμακείου, χρηστικά μιας άλλης εποχής, μελανοδοχεία, μινιατούρες… το γυαλί , αυτό το διάφανο υλικό μου δημιουργούσε πάντα μια ασφάλεια. Δεν κρύβει τίποτα είναι όλα ορατά. Πολλές φορές σκεφτόμουν πως θα ήταν αν μπορούσε η καρδιά μας να είναι διάφανη, να είναι ορατά τα συναισθήματά μας.


Ύστερα ήρθαν οι κουβαρίστρες, τα τσίγκινα κουτιά, τα κουμπιά, τα παλιά κλειδιά.
Μπορεί πριν τα κοχύλια, να είδα τι ζωή σου επιφυλάσσουν οι συλλογές όταν κατέβαινα με τον πατέρα μου κάθε Κυριακή στο Μοναστηράκι για να βρει κάτι… να βρει κάτι. Ήταν οι ώρες που περνάγαμε μαζί, οι δυο μας. Ήταν οι ώρες που τον είδα να κρατά τυλιγμένο σε μια εφημερίδα με λίγο σπάγκο κάτι που τον έκανε χαρούμενο και να παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής ανάλαφροι, σχεδόν χοροπηδηχτοί. Ένα κοριτσάκι με τον γέρο πατέρα του. Ή τα γραμματόσημα μπορεί και εκείνα να έπαιξαν τον ρόλο τους, με τα φωτεινά τους χρώματα, με σελίδες που έπρεπε να γυρίζω με μεγάλη προσοχή , να μην ακουμπάω τα δοντάκια, να χαζεύω χωρίς να ακουμπάω.
Ο συλλέκτης είναι ο δημιουργός ενός κόσμου ολόκληρου. Ο κόσμος του έχει πάθος, αγωνία, προσμονή, ευρηματικότητα, πειθώ, έρευνα, δρόμο, χαρά, απαγοήτευση, είναι γεμάτος από στιγμές συνάντησης που ρίχνουν φως στην ησυχία του μεσημεριού. Ο συλλέκτης ζει μια ζωή ενδιαφέρουσα, δεν πλήττει ποτέ και είναι έτοιμος να φτάσει στην άκρη του κόσμου …για να βρει κάτι.