Elsa’s Blog
Κιλίμια, χαλιά, κουβέρτες, υφαντά, δαντέλες και άλλες ιστορίες
Το ταξίδι για την Σκύρο ήταν μακρύ εκείνα τα χρόνια της δεκαετίας του 70, έπρεπε να διασχίσουμε την Εύβοια για να φτάσουμε στην Κύμη από κάτι χωματόδρομους, να πάρουμε το καράβι για να φτάσουμε στο νησί. Εκδρομείς ελάχιστοι ειδικά τον χειμώνα. Πηγαίναμε παρέα με το ζευγάρι του κάτω ορόφου, γιατί ο Θοδωρής ήταν αρχιτέκτονας αρτι αφιχθής από το Παρίσι και έφτιαχνε στο νησί το σπίτι μιας Γαλλίδας. Όλοι στριμωγμένοι στο αμάξι του πατέρα μου. Κασέτα με ελληνικά, την ίδια σε επανάληψη. Μεγάλη περιπέτεια που κατέληγε στο σπίτι της κυρα Καλής, ένα απίθανο πολύχρωμο σύμπαν. Πέτρινο με ξύλινες παραδοσιακές κατασκευές στο εσωτερικό του, κάτω το σαλόνι με τα σκυριανά ξυλόγλυπτα έπιπλα , το τζάκι, πέτρινοι καναπέδες που λειτουργούσαν σαν κρεβάτια, στο πίσω μέρος ένα κουζινάκι και δίπλα μια σκάλα ξύλινη, όχι σκάλα σκάλα , τρία τέσσερα σκαλάκια που οδηγούσαν στον σφα. Ο σφας ήταν στ αλήθεια ένας ξύλινος εξώστης που έβλεπε στο σαλόνι και είχε ένα ξύλινο περίτεχνο διαχωριστικό που χώριζε τα δωμάτια. Το πάτωμα στρωμένο με πολύχρωμα κιλίμια του αργαλειού, οι τοίχοι διακοσμημένοι με πιάτα, κανάτια, μπακίρια , τα στρωσίδια υφαντά ή μάλλινα που τσιμπούσαν και καθόλου δεν μου άρεσαν και οι κουβέρτες πολύχρωμές με σχέδια, βαριές αλλά πανέμορφες. Σ αυτό το χωστό ξύλινο πολύχρωμο χαμηλοτάβανο σύμπαν είναι μάλλον η αφετηρία της αγάπης μου για κάθε λογής χειροποίητα κεντίδια, στα κεντίδια μπαίνουν όλα. Ξέρω ότι οι κατηγορίες είναι πολλές αλλά έτσι θα τα λέω εγώ, κεντίδια. Θυμάμαι την κυρά Καλή να με παίρνει στο υπόγειο που ήταν ο αργαλειός και να χαζεύω τα κουβάρια τα μάλλινα σε χρώματα φωτεινά, τι κόσμος!



Αυτό ο κόσμος ξεπηδάει στην ψυχή μου όταν αντικρίζω μπατανίες, πάντες, σκουτιά, κιλίμια… φαντάζομαι τις γυναίκες να υφαίνουν μοναχές τους μέσα στις σκέψεις τους, καθώς μετρούν, καθώς πιάνουν το υφάδι, καθώς ξεπατικώνουν το σχέδιο, πουλιά, λαγούς και βασιλιάδες, παγώνια και ανθρωπάκια με σκουφιά, τις φαντάζομαι ανα δύο να γνέθουν το μαλλί, να γελούν με κρυφά μισοειπωμένα αστεία για τ αγόρια που κάνουν τα μάγουλα να κοκκινίζουν, να πλένουν τα μαλλιά σε μπακιρένια σκεύη, να τα βάφουν με δέρμα από καρύδια, να τρώνε ένα παξιμάδι, μια ελιά. Αυτές τις γυναίκες βλέπω μπροστά μου, από την Θράκη ως την Κρήτη, από την Νάξο ως την Μυτιλήνη, την Λευκάδα και την Σκόπελο να γνέθουν, να κεντάνε, να υφαίνουν σε κρύο και σε λάλαρο για να έχουν στρωσίδια, σκουτιά, νυφιάτικα, για να έχει η οικογένεια και καμιά φορά για να χει και εκείνη μια θέση ιδιαίτερη ως χρυσοχέρα, ως νοικοκυρά με τ όνομα. Σε κάθε κεντίδι αυτό το όνομα νομίζω ψάχνω μέσα στην λήθη, ένα όνομα ψάχνω να δώσω, να μνημονεύσω μια Αργυρώ, μια Ελένη ή το Λενιώ του Βαγγέλη καλύτερα που ήταν τα δαχτυλάκια της σαν μίσχος και έφτιαχνε το κοφτό σαν καμιά άλλη, ακόμα φυσάνε στον αέρα τα λινά της κουρτινάκια μαζί με το προσόψια της Μαρίτσας που ναι κρεμασμένα στα πλαινά του λαβομάνου κάτω απ τον καθρέφτη ‘καλημέρα’.



Ήχοι ξεπηδούν και μυρωδιές και γέλια και κλάματα και νύχτες με την λάμπα .
Δεν είναι που φαντάζει το παρελθόν ρομαντικό, γιατί δεν ήταν, ήταν δύσκολο, παγωμένο, νηστικό και βαρύ. Είναι όμως που είχε ανθρώπινη ανάσα που τόσο μου λείπει από τους καιρούς μας και έτσι πως να το πω αν δεν χανόμαστε στο σύμπαν σαν να μην υπήρξαμε ποτέ, θέλω μαζεύοντας όλα τούτα να μηνύσω πως σας είδα κόρες, σας άκουσα, χόρεψα μαζί σας στους γάμους σας, ήπια στα κλεφτά μαζί σας ένα τσιπουράκι και ξάπλωσα στα στρωσίδια σας που είναι όμορφα όσο όμορφες υπήρξατε και εσείς.
