Uncategorized

Tα τραπέζια μας!

Η τραπεζαρία με το τραπέζι το μακρόστενο με τα πόδια του λέοντος, ή εκείνη η οβάλ με την προέκταση για τα καλά τραπεζώματα που έρχεται όλη η οικογένεια. Εκεί που στρώνουμε το καλό τραπεζομάντηλο.

Μαγειρέματα αποβραδίς και αξημέρωτα , να μυρίζει το σπίτι όλο, κοκκινιστό με χοντρά μακαρόνια ή αρνάκι στο φούρνο, να και οι σαλάτες ψιλοκομμένο το μαρουλάκι με άνηθο και κρεμμυδάκι φρέσκο και τα τυριά , οι μεζέδες, όλα απλωμένα στα καλά σερβίτσια.

Κυριακή μεσημέρι που θα έρθουν τα παιδιά η στην γιορτή του μπαμπά , οι συγγενείς , τα ξαδέλφια , εδώ τα μικρά παιδιά στο μικρό τραπέζι το βοηθητικό, η ζέστη να βγαίνει απ’ την κουζίνα, «να βοηθήσω, τι να φέρω», «έλα κάτσε βρε Μαρία και συ να αρχίσουμε».

Να αρχίσουμε με τους καλύτερους οιωνούς και στα μισά κάτι λέγαμε για τα πολιτικά ή τους προγόνους ή τα κληρονομικά ή κάτι κάτι που δεν έπρεπε να ειπωθεί και μπαμ , παίρνει το τραπέζι φωτιά, οι τόνοι ανεβαίνουν, έλα μην κάνετε έτσι ρε παιδιά, έλα γεια μας, και μετά σιωπές.

Υπάρχουν όμως και φορές που το τραπέζι έχει γιορτή κανονική με αγάπη, φιλία και συγκίνηση για το αντάμωμα. Συνήθως λιγότερο συγγενικό, με λιγότερα βάρη, λιγότερα ανείπωτα.

Το τραπέζι λοιπόν είναι ο τόπος της συνεύρεσης της ανθρωπότητας, είναι ο χώρος της συνάντησης των ανθρώπων, εκεί αγαπιούνται οι άνθρωποι, φροντίζουν, ταΐζουν, γράφουν, σβήνουν, γέρνουν το κεφάλι πάνω από ένα ποτήρι, μιλάνε, γελάνε , κλαίνε.

Όπως και να είναι ξύλινο, γυάλινο , τετράγωνο ή στρογγυλό είναι το τραπέζι που κουβαλάει τις μνήμες μας σαν καραβάκι στο Αιγαίο.

Υ.Γ Τα τραπέζια μας λοιπόν, αυτά τα τετράγωνα, τα μακρόστενα, τα οβάλ, αυτά με τις προεκτάσεις που χωράνε τους πάντες και τα πάντα. Με τα πόδια τους τα λιονταρίσια ή την μπουλ που κρατά τα τέσσερα σκαλιστά ποδαράκια , τα τραπέζια τα γυάλινα με τα μακρυά πόδια από σίδερο …αυτά που όπως και αν είναι σηκώνουν τις ζωές μας. Αντέχουν τις συναντήσεις μας, τις χαρές μας, τις κυριακάτικες μαγειρικές μας, τα πρωτοχρονιάτικα μαζέματα με τα καλά μας , αντέχουν τους καυγάδες μας εκείνους τους μικρούς αλλά και τους ομηρικούς που καταλήγουν σε δάκρυα αλλά και ανακούφιση που ειπώθηκε εκείνο που στοίχειωνε τα σωθικά μας. Τα τραπέζια που γλεντάνε μαζί μας στα ‘στην υγειά σας ρε παιδιά», που βλέπουν κεράκια να σβήνουν ακούνε τόσα και του χρόνου, που γυαλίζουν από ευτυχία μαζί μας στις γιορτές, απολαμβάνουν τα καλά τραπεζομάντηλα, τα σερβίτσια τα κρυμμένα και τα μαχαιροπήρουνα τα απαστράπτοντα. Αυτά τα τραπέζια που κληρονομούνται και συνεχίζουν την ζωή τους σε νέα σπιτικά, εκείνα που μετατρέπονται στα νέα σπίτια και σε γραφεία τις καθημερινές, αφήνουν τα παιδιά να απλώνουν πλαστελίνες και μαρκαδόρους, στεγάζουν υπολογιστές και το καλαθάκι με τα κλειδιά, αυτά τα τραπέζια πολυεργαλεία έχουν μια θέση στην ζωή και την ιστορία της ανθρωπότητας.