Uncategorized

Ταξίδι δρόμου (Αρμενία)

Από την Τιφλίδα λοιπόν για το Ντιλιζάν στην Αρμενία μια περιπέτεια .

Ο εθνικός δρόμος, μια επαρχιακή οδός χωρίς διαζώματα , κάτι σαν την παλιά Αθηνών Πατρών. Σ αυτόν τον δρόμο λοιπόν αριστερά και δεξιά κιόσκια με φρούτα , με καρότα , με απορρυπαντικά (ατελείωτα απορρυπαντικά, Tide, Omo, Persil -πολύ Persil- ) , αγελάδες, συνεργεία , βουλκανιζατέρ, αλλαγές τζαμιών και πάλι συνεργεία. Νομίζω πως δεν έχω δει τόσα συνεργεία στην ζωη μου .

Μια διαδρομή στην άσφαλτο που ξαφνικά γινόταν χωματόδρομος , ύστερα πάλι γκρίζα άσφαλτος και λάσπη . Δρόμοι μιας άλλης εποχής , χωρίς φώτα , χωρίς σήμανση , με ερειπωμένα κτήρια , ξεχασμένες εργοστασιακές μονάδες της σοβιετικής εποχής, σκουριασμένες γέφυρες , όλα αυτά μέσα σε έναν καταπράσινο τόπο .

Και μια στιγμή που μόνο οι δρόμοι μπορούν να σου χαρίσουν .

Στο βουνό πάνω απ το Ντιλιζάν βρέθηκα σε μια ομίχλη που όμοια της δεν έχω συναντήσει . Ο δρόμος στενός, φώτα ανύπαρκτα, ορατότητα σχεδόν μηδενική . Να πάω πίσω δεν είχα δυνατότητα , έψαχνα να βρω κάπου να σταθώ και δεν έβλεπα τι έχω δεξιά μου .

Κατάφερα να σταθώ με αλάρμ σε ένα υποτυπώδες πλάτωμα με μεγάλη αγωνία μετά από δέκα χιλιόμετρα , αποφασισμένη να μείνω εκεί μέχρι να τελειώσει η ομίχλη . Ούτε να βγω απ το αμάξι δεν μπορούσα . Και ξαφνικά περνάει και σταματάει μπροστά μου ένα φορτηγό . Ο οδηγός ένας τεράστιος άντρας κατεβαίνει και κατευθύνεται προς το μέρος μου, μια απόκοσμη φιγούρα μέσα στην ομίχλη , στην άκρη του δρόμου . Σκιάχτηκα . Με ρωτάει σε άπταιστα αρμενικά αν έχω πρόβλημα . Του απαντάω πως δεν βλέπω, σ αυτή την διεθνή γλώσσα των χεριών . Εγώ, μου λέει στην αντίστοιχη γλώσσα, θα πάω μπροστά και συ ακόλουθα με . Κοίτα τα φώτα μου και πάμε . Με πήγε μέχρι το χωριό που ήθελα και έφυγε όταν σιγουρεύτηκε ότι πήρα την σωστή στροφή .

Ένας άγνωστος άγγελος καθ’ οδόν για το σπίτι του , εκείνο το χρέπι το πιθανότερο, με τον τσίγκο για στέγη και το λιγοστό φως , όπως όλα τα σπίτια που είδα μέσα στην νύχτα .

Οι πολυέλαιοι ανήκουν στην Ευρώπη. Εδώ φωτίζονται ταπεινά με λάμπες 20 κηρίων, όπως τα χωρια μας πριν τον τουρισμό .

Η Αρμενία μοιάζει να είναι δυο χώρες . Οι πόλεις και τα χωριά της και το Γιερεβαν, όχι όλο, δυο – τρία το πολύ χιλιόμετρα από το κέντρο είναι μια άλλη χώρα .

Η βόρεια και κεντρική Αρμενία – στην νότια δεν πήγα είναι κοντά στο Ναγκόρνο Καραμπαχ και είπα να το αποφύγω- είναι ένας τόπος γυμνός χωρίς πράσινο, ένας τόπος σκληρός , με μπαλωμένα σπίτια , με ανθρώπους που ψήνονται στον ήλιο η παγώνουν στο χιόνι .

Η λίμνη Σεβαν μοιάζει μια μικρή όαση με τις εκκλησίες της, το μοναστήρι Σεβαναβανκ του 4ου αιώνα , το μεσαιωνικό νεκροταφείο στην πόλη Noratus που έχει έκταση 7 εκτάρια και μοιάζει απόκοσμο με αυτές τις λαξεμενες πέτρες που κάθε μια έχει άλλη όψη . Αυτές οι σταυροπετρες στέκουν εκεί από τον 13ο αιώνα . Τα μοναστήρια δεν έχουν εικόνες , έχουν πρόναο και μετά υπερυψωμένο σαν σε βωμό μια εικόνα της Παναγίας . Η εκκλησία Hayravank κοιτά κι αυτή την λίμνη όπως και το μοναστήρι .

Οι δημόσιοι δρόμοι η καλύτερα η δημοσιά, είναι τόπος που μαζεύονται τα χωριά και πουλάνε την πραμάτεια τους . Από ζουμί καρότου και φρούτα μέχρι σωσίβια και ότι βάλει του καθενός ο νους .

Το Γιερεβάν στο κέντρο του είναι μια πόλη σύγχρονη με μια τεράστια πλατεία όμορφα φωτισμένη, τα κυβερνητικά κτήρια ένα γύρο, το παζάρι του , όλα όμορφα τακτοποιημένα που σχεδόν ξεχνάς την φτώχεια, τις ατέλειωτες πολυκατοικίες, τα χαμόσπιτα, τα ευρηματικά σπίτια της φτώχειας , μια πόρτα από δω ένα παράθυρο απ αλλου , ασοβάντιστα, τούβλα , τσιμεντόλιθοι και τσίγκος . Πολύς τσίγκος για έναν τόπο γυμνό με ανελέητο ήλιο .

Το Σαββατόβραδο στην πλατεία χορεύουν τα νερά έξω απ την πινακοθήκη σε ρυθμούς κλασικής μουσικής , θέαμα μαγευτικό και συναμα σαν ψέμα όταν δυο δρόμους πιο κει άνθρωποι ψάχνουν στα σκουπίδια . Η πλατεία ήταν γεμάτη ντόπιους .

Μέχρι τα σύνορα με την Γεωργία δεν είδα ένα πράσινο φύλλο . 160 χιλιόμετρα γυμνά βουνά , με χωριά που αναρωτιέσαι γιατί υπάρχουν μέσα σ’ αυτόν τον αφιλόξενο τόπο .

Οι άνθρωποι που συνάντησα ήταν όλοι ευγενικοί και πρόθυμοι να βοηθήσουν. Κάτι έχει αυτός ο λαός, μια φυσική καλοσύνη που ίσως να πηγάζει απ τις πληγές του . Και είναι πολλές .

Στο μουσείο της Γενοκτονίας, ένα μουσείο στον λόφο της πόλης του Γιερεβάν χωρίς εισιτήριο από επιλογή.

Ένα μουσείο συγκινητικό , απλό , λιτό , καθαρό.

Όπως ακολουθούσα χρονολογικά τα βάσανα αυτού του λαού από το 1879 έφτασα στο 1922 και θυμήθηκα μια ιστορία του πατέρα μου .

Νεαρό παλικαράκι, πρόσφυγας στον Πειραιά, αποφάσισε να μπει λαθραίος σε ένα καράβι για την Μασσαλία. Καλά μπήκε , πως βγαίνουν από κει μέσα όμως που στην Μασσαλία ήλεγχαν όποιον κατέβαινε απ’ το καράβι ;

Σε εκείνο το ταξίδι υπήρχε μια αποστολή ορφανών παιδιών, απομεινάρια αρμενάκια που τα συνόδευε ένας παπάς Αρμένης και τα πήγαινε σ ένα ορφανοτροφείο της Γαλλίας . Έτσι όπως τα είχε βάλει στην σειρά ο παπάς μπήκε και ο πατέρας μου . Τα μέτραγε τα ξανά μέτραγε ο επικεφαλής, έβγαινε ένα παραπάνω. Κάτι τα ρώτησε στ αρμένικα , κάτι απάντησαν , το είπε και ο δικός μου και έτσι πέρασε τον έλεγχο . Ο παπάς , μου έλεγε ο πατέρας μου , κατάλαβε αλλά ήξερε πως είμασταν το ίδιο καμμένοι .

Ποια να ήταν άραγε η λέξη ;