Elsa’s Blog
Η ντροπή
Το δωμάτιό μου χωριζόταν από το σαλόνι με μια τζαμένια πόρτα. Υπήρχε μια πόρτα κανονική άσπρη που οδηγούσε στον διάδρομο που βρίσκονταν τα υπόλοιπα υπνοδωμάτια του σπιτιού, αλλά και μια ακόμα πόρτα που οδηγούσε έξω απ΄το σπίτι. Πιθανότατα υπήρχαν δύο διαμερίσματα στον όροφο που ο πατέρας μου είχε ενώσει. Αυτή η πόρτα ήταν πάντα κλειδωμένη και στο κέντρο της υπήρχε καρφωμένη μια εικόνα του Αγίου Νικολάου, εκεί που βρίσκονταν το ματάκι που έβλεπε στο κλιμακοστάσιο. Όταν ήμουν παιδί γονάτιζα μπροστά σ’ αυτήν την πόρτα για την προσευχή μου πριν τον ύπνο. Κάθε βράδυ εκτός από τα καθιερωμένα ευχαριστώ για τον άρτον ημών τον επιούσιον, έκλεινα την προσευχή μου με μια παράκληση. “Θεούλη μου στείλε μου ένα αδελφάκι”. Δεν ξέρω γιατί ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη αυτή, η παράκληση ήταν όμως καθημερινή και θυμάμαι την αίσθηση αυτή ενός μικρού μουδιάσματος κάθε φορά που ψυθίριζα την λέξη αδελφάκι. Ποιός ξέρει αν ήταν η μοναξιά του μοναχοπαιδιού, αν ήταν το βάρος να σηκώνεις μοναχό σου δυο όχι ευτυχισμένους γονείς ή κάτι άλλο που πια μου διαφεύγει.
Στο δημοτικό είχα τρεις φιλενάδες. Την Νάντια, την Βάκη και την Λάουρα. Η Νάντια είχε μια αδελφή και η Βάκη έναν αδελφό. Η Λάουρα που έμενε στην Κυψέλη, μια κοπελίτσα με μαύρα μαλλιά ήταν κι αυτή σαν και μένα, μοναχοπαίδι. Είμασταν λοιπόν δύο δύο. Μια υπέροχη καθησυχαστική ισοπαλία.
Ώσπου μια μέρα η Λάουρα μας ανακοίνωσε ότι η μαμά της θα κάνει αδελφάκι. Και τώρα να μου πείς ότι το άκουσα αυτό το νέο θα σε πιστέψω. Τόσο ζωντανά θυμάμαι την ώρα και την στιγμή. Είχαμε μόλις πάρει από ένα κουλούρι η καθεμία από τον κύριο που πούλαγε κουλούρια στο σχολείο. Κάναμε ουρά δίπλα στο υπόστεγο και μια μια βάζαμε το χεράκι μας στον μεγάλο άσπρο σάκο και πέρναμε ένα κουλούρι, εγώ συχνά περίμενα να τελειώσει η ουρά και ξαναπέρναγα να πάρω με την χούφτα μου λίγο σουσάμι. Ακόμα μ αρέσει πολύ το σουσάμι . Είμασταν λοιπόν κάτω απ το πεύκο που βρισκόταν στο κέντρο της αυλής του δημοτικού σχολείου και ετοιμαζόμασταν να παίξουμε λάστιχο. Το λάστιχο ήταν ένα κοριτσίστικο παιχνίδι ιδιαίτερα δημοφιλές εκείνα τα χρόνια. Τότε ήταν που είπε η Λάουρα ότι η μαμά της θα κάνει αδελφάκι. Με χτύπησε κάτι σαν κεραυνός. Δεν ήταν μόνο πως το σκορ μετατρεπόταν σε 3-1 ήταν ότι μάλλον άνοιξε μέσα μου η πρώτη ρωγμή για το μάταιο των προσευχών και παρακλήσεών μου. Ο Θεός δεν με ακούει, δεν ενδιαφέρεται για μένα, είμαι ένα μικρό τίποτα στο σύμπαν για κείνον, ανάξιες οι επιθυμίες μου, ή μήπως δεν τα λέω σωστά? Μήπως δεν είμαι καλό παιδί? Νομίζω ότι εκείνη την ώρα ήταν τόσο κατακλυσμιαία τα συναισθήματα μου που το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν με θυμό και κρυμμένο καλά τον πόνο, να πω στην Λάουρα, κόψε. Της έτεινα το χέρι με τα δύο δάχτυλα κολλημένα, τον δείκτη και τον μέσο και της ζήτησα να κόψουμε την φιλία μας, λες και με είχε βαθιά προδώσει εκείνη. Πηγαίναμε στην δευτέρα δημοτικού. Η φιλία των τεσσάρων κοριτσιών δεν ήταν πια ίδια. Στην ψυχή μου είχε πέσει ένα πέπλο μελαγχολίας.
Η μητέρα της γέννησε ένα αγοράκι μερικούς μήνες αργότερα. Εγώ ακόμα προσευχόμουν με περισσότερη ευλάβεια και διευκρινίσεις. Όχι μόνο παρακαλούσα για ένα αδελφάκι αλλά εξηγούσα ότι θα το προσέχω, θα το αγαπάω , θα το προστατεύω …αλλά μάταια. Κανείς δεν είχε φιλοτημηθεί να μου πεί ότι η μαμά μου δεν μπορούσε να κάνει άλλα παιδιά λόγω ενός προβλήματος.
Αφού λοιπόν δεν βοηθούσε ο Θεός ούτε οι δώδεκα απόστολοι αποφάσισα και εγώ να πάρω τα πράγματα στα χέρια μου. Έφτασα λοιπόν μια μέρα στο σχολείο, όχι μια όποια μέρα, την μέρα των γενεθλίων μου και με γλυκά στα χέρια ανακοίνωσα ότι η μαμά μου είχε κάνει πεντάδυμα και για αυτό και τα γλυκά. Όχι που θα άφηνα την μάνα μου εγώ, να είναι υποδέεστερη των άλλων μαμάδων. Πεντάδυμα, ναι πεντάδυμα. Με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες έλεγα ότι τα μωρά ήταν πρόωρα, ήταν στην θερμοκοιτίδα, τρία αγόρια και δύο κορίτσια, εξηγούσα πως κουνούσαν τα χεράκια τους, πόσο μικρά ήταν, ότι είχαν σωληνάκια και ότι τα είδα χθες, πήγα με τον μπαμπά μου, είπα. Θα τα πούμε Βασίλη, Τόνι και Χρήστο και τα κορίτσια Μπούκη και Κατερίνα. Ο Τόνι και η Μπούκη ήταν τα ονόματα από τα παπαγαλάκια μου. Βασίλης και Χρήστος ήταν τα ονόματα των παπούδων μου και Κατερίνα η γιαγιά μου. Το εγκληματικό μου ψέμα είχε τουλάχιστον ρίζες στην πραγματικότητα.
Ενθουσιασμός και περηφάνεια συνόδευσαν εκείνη την λαμπρή μέρα. Ήταν Σάββατο γιατί τότε και το Σάββατο ήταν τα σχολεία ανοιχτά.
Το μεσημέρι γύρισα σπίτι. Σε καμιά ώρα χτύπησε το τηλέφωνο μας. 735038 λέγαμε όταν σηκώναμε το ακουστικό. Αυτός ήταν ο αριθμός μας. Ήταν η δασκάλα μου. Η δασκάλα μου, η κυρία Γιώτα που πήρε να συγχαρεί την οικογένεια για την έλευση των πενταδύμων. Πόσο ανόητη άραγε ήταν κι αυτή, που μεσούσης της χούντας δεν σκέφτηκε ότι αν όντως ήταν έτσι τα πράγματα, θα ήταν πρωτοσέλιδο η μάνα μου ως ηρωική ελληνίδα που κυοφόρησε και γέννησε πεντάδυμα, ένα παγκόσμιο φαινόμενο άξιο να γίνει γνωστό τοις πάσι.
Το σήκωσε η μαμά μου, την είδα να σαστίζει, μετά να γελά, ύστερα να λέει πως έχω αχαλίνωτη φαντασία και φτιάχνω ιστορίες, να μην τιμωρηθώ για το ψέμα μου είπε, θα αναλάβει αυτή.
Δεν θυμάμαι αν τις άρπαξα, θυμάμαι όμως τον φόβο μου.
Το απόγευμα θα πηγαίναμε σ’ ένα κάλεσμα. Ήταν τα γενέθλια κάποιας συμμαθήτριας, όλη η τάξη καλεσμένη. Φορούσα ένα φορεματάκι και ένα γκρίζο παλτό με βελούδινο μπλέ γιακά. Κουμπωμένο μέχρι επάνω. Η μαμά μου δεν μου μιλούσε, με τιμωρούσε για το ψέμα μου με την σιωπή της. Το θυμάμαι καλά αυτό το συναίσθημα.
Φτάσαμε στο σπίτι και καθώς άνοιξε η πόρτα είδα στο σαλόνι όλες τις μαμάδες των φιλενάδων μου να κοιτάνε την μαμά μου και να γελάνε ξεκαρδισμένες λέγοντας συγχαρητήρια και ‘άντε βρε πεντάδυμα’ χα χα χα. Γέλαγε και εκείνη. Πόσο θα ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Έτσι να, αυτή την στιγμή με το παλτό μου το γκρί που δεν έβγαλα ποτέ. Πήγα στο δωμάτιο που ήταν όλα τα παιδιά έκατσα σε ένα καρεκλάκι δίπλα σε μια ντουλάπα κοιτώντας τον τοίχο, δεν έβγαλα ποτέ το παλτό μου, δεν το ξεκούμπωσα ποτέ, καθόμουν εκεί ο απόλυτος περίγελος και περίμενα να περάσει η ώρα ή μάλλον περίμενα να περάσει η ζωή όλη, να ξεπλύνει την ντροπή μου.
Ήμουν σίγουρη ότι όλοι κοιτούσαν εμένα, μιλούσαν για μένα, με χλεύαζαν, έκανα διαλόγους μέσα στο κεφάλι μου, με μάλωνα, με κοροίδευα και εγώ η ίδια, ντρεπόμουν που υπήρχα, δεν έβρισκα καμία παρηγοριά, είχε έρθει το τέλος του κόσμου. Κανένα παράθυρο πουθενά, δεν βρέθηκε κανείς να ρωτήσει αυτό το επτάχρονο κοριτσάκι γιατί, γιατί κουκλάκι μου το είπες αυτό? Την μέρα των γενεθλίων του δεν βρέθηκε κανείς να ελαφρύνει το βάρος της ενοχής, να πεί μια κουβέντα βρε αδελφέ, ένα σε καταλαβαίνω , θέλεις τόσο ένα αδελφάκι που έφτιαξες αυτήν την ιστορία για να ζήσεις έστω και λίγο στην φαντασία σου πως είναι, να πεί ένα δεν πειράζει, κάτι να πεί, κάτι!
Να αναγνωρίσει ότι δεν το έκανα για να κοροιδέψω κανέναν, δεν το έκανα για κακό, δεν θα έπρεπε να ντρέπομαι τόσο για αυτό που είμαι, όλοι οι άνθρωποι λένε ψέματα πιστεύοντας ότι μπορεί να κάνουν καλό, ας μου το έλεγε κάποιος, να μην κάθομαι με κουμπωμένο το πάνω κουμπί στον βελούδινο γιακά 55 χρόνια μετά.