Elsa’s Blog
Γιορτή της μητέρας
Συχνά σκέφτομαι πως θα ήταν η ζωή αν δεν είχα κληθεί να σηκώνομαι στις 6 να φτιάχνω πρωινά, να ζεσταίνω κάλτσες στο καλοριφέρ, να κυνηγάω σχολικά , να βρίζομαι με ταξιτζήδες για να μην χάσετε την προπόνηση, να καβαλάω πεζοδρόμια για να πάτε έγκαιρα στο νοσοκομείο, να σκουπίζω μύξες, δάκρυα και να εφευρίσκω παρηγοριές, να ξενυχτάω αγωνιώντας μέχρι να γυρίσετε, να τρελαίνομαι στο βαθμό που να τηλεφωνώ στην πλησιέστερη στο σπίτι σας πιτσαρία στην Αγγλία για να σιγουρευτώ ότι ζείτε, να πνίγομαι στην ενοχή γιατί δεν μαγείρεψα, να τρέχω με σαράντα βαθμούς υπό σκιάν γιατί θέλετε πόκεμον και το θέλετε τώρα , να στέκομαι ώρες όρθια γιατί κάνετε μπαλέτο, βάζετε καλάθια, τρέχετε 100αρι, παίζετε στο θέατρο, τραγουδάτε, χορεύετε μπρεικ, να περιμένω με τις ώρες τηλέφωνο ότι φτάσατε και όλα καλά, να με παίρνετε ότι χάσατε το αεροπλάνο γαμώ τα ξυπνητήρια μου και να ψάχνω λύσεις γιατί ξεμείνατε στο αεροδρόμιο, να γράφω τώρα αυτό το σημείωμα που τελειωμό δεν θα χει …. και ΠΑΝΤΑ απαντάω όταν το σκέφτομαι , ότι θα ήταν μια άλλη ζωή που καθόλου δεν με νοιάζει που δεν την έζησα γιατί αυτή που ζω μαζί σας είναι η πιο περιπετειώδης, ενδιαφέρουσα, πλούσια και γεμάτη αγάπη ζωή, που ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν φαντάστηκα.
Νύχτα της μητέρας
ώρα 12.20 μόλις έπλυνα τα πιάτα που φάγαμε με τα παιδιά και μου ξέφυγε για άλλη μια φορά η μέρα. είναι πια αργά και παρήλθε και η εορτή. θα μιλήσω λοιπόν για τις νύχτες της μητέρας. από κείνη την πρώτη που τα κρατάς στην αγκαλιά σου φρέσκα φρέσκα , ζεστά ζεστά . μωρά που φάνηκαν μέσα στη νύχτα κάτω από το ανελέητο φως του χειρουργείου και φωτίζουν τη ζωή σου. νύχτα ήταν και τις τρεις φορές. αξημέρωτα.
ύστερα εκείνες οι πρώτες νύχτες, που μπαίνεις σαν τον κλέφτη στα δωμάτιά τους να δεις αν αναπνέουν, να τα χαζεύεις έτσι όπως είναι κουλουριασμένα μπρούμυτα. να ταΐζεις γερμανικά ωράρια προσπαθώντας να μην ξυπνήσεις τους υπόλοιπους, να αλλάζεις πάνες στα σκοτεινά, ξέρουν τα χέρια , ξέρουν τα δάχτυλα , στα τυφλά.
και μετά κάτι νύχτες με πυρετούς, θερμόμετρα, κομπρέσες, κλάματα. νοσοκομεία, οροί, εξιτήρια.
και οι άλλες, οι καθημερινές, με τραγούδια , παραμύθια, πες πες κι άλλο. άλλο ένα μαμά, άλλο ένα. και να κλείνουν τα μάτια σου , να αποκοιμιέσαι πριν από κείνα αλλά να μιλάς για το ‘χάνι της μηλιάς που χε ένα τσούρμο εκδρομείς’ με τα μάτια κλειστά . ξέρει το στόμα, ξέρει η γλώσσα, απέξω τα ξέρει, νεράκι.
άσε εκείνες τις νύχτες που έρχονται όλα στο κρεβάτι, ένα ένα, μαζί με τα κουκλάκια τους και ξυπνάς οχτάρι με ένα χέρι κάποιου στη μύτη και ένα πόδι κάποιου άλλου στο κεφάλι.
και μετά , πάλι αργήσαμε και έχω διαγώνισμα. έλα λέγε λέγε. η δοτική, πως κάνει βρε παιδί μου η δοτική? η άμπελος, της αμπέλου, τη …? άντε ξημερώσαμε. ε, όχι δεν θυμάσαι την συνθήκη των μεδιολάνων? πως θα γράψεις αύριο. έλα πάμε άλλη μια. δεν θα ξυπνάμε το πρωί.
κι ύστερα, αγκαλιά με το ρολόι. ακόμα να γυρίσεις? μα μια δεν είπαμε. μα γιατί δεν το σηκώνεις βρε παιδί μου. έχεις πιει? κάτσε να σου φτιάξω έναν καφέ. μα τι ήπιατε βρε παιδάκι μου. πέντε το πρωί. ούφ γυρίσανε όλα.
κι αργότερα κάτι ήχοι περίεργοι. δεν κοιμάσαι? κλαίς? γιατί πουλάκι μου? θέλεις να μιλήσουμε? όχι? καλά. και ακούς τα κλάματα απ το δωμάτιο δίπλα. θα περάσει κόρη μου, θα περάσει αγόρι μου. θα ξημερώσει και θα είναι όλα καλά. το λες από μέσα σου.
μ αυτά και μ αυτά περνάνε οι νύχτες που θα ταν άχρωμες χωρίς όλα τούτα που χαρίζουν τα παιδιά στη ροή της ζωής.
Γιορτή της μητέρας ξανά (αυτά είχα μόνο)
Αγαπούσα τα κοχύλια , τους ουρανούς με αστέρια , να ξαπλώνω στις αμμουδιές και να ξυπνάω δίπλα στη θάλασσα . Μ άρεσαν οι ιστορίες, τα ποιήματα και οι μουσικές . Με ένοιαζαν οι άνθρωποι και τα πάθη τους και είχα μια ατέλειωτη περιέργεια για το μυστήριο της ζωής . Δεν ξέρω αν είχα αλλά εφόδια για αυτό το ταξίδι της μητρότητας και εσείς θα κρίνετε με κάθε αυστηρότητα αν αυτά έφτασαν . Αυτά είχα όμως – μαζί με μια αγάπη για τον καθένα σας ξεχωριστά – και αυτά προσπάθησα να σας δώσω με όλες μου τις ατέλειες, τα κενά και τα βάσανα . Μέρα που είναι.
The weakness in me
Eίναι φορές μέσα στην θεραπεία που ακούω τα παιδιά – παιδιά από 20 μέχρι 70 – και θέλω να διακτινιστώ να πάω να βρω τις μανάδες τους και απλά να τις πνίξω, να τις σουρομαδίσω, να τις βουτήξω απ τους ώμους, να τις τραντάξω και να φωνάξω ,
“τι κάνεις κυρά μου στο παιδί σου; “
και μετά σκέφτομαι πως ήταν κι αυτές κάποτε κορίτσια, κοπελίτσες αθώες με κοτσιδάκια και φουστανάκια λουλουδάτα.
κορίτσια μεγαλωμένα από άλλες μανάδες, που προσγειώθηκαν στον ρόλο τους με ανεπάρκειες, αδυναμίες , όνειρα ανεκπλήρωτα, μύθους ανιδιοτέλειας, πετάχτηκαν μέσα στην αρένα χωρίς γνώση, με ένα ένστικτο μονάχα ανεπεξέργαστο και νεφελώδες.
και μέσα στον ορυμαγδό της νεότητας τους, ανάμεσα σε έξοδα που τρέχουν, πιάτα λερωμένα, κατσαρόλες που πρέπει να παράξουν, συζύγους ενίοτε παρόντες αλλά συχνά απόντες, σχέσεις εύθραυστες, αφεντικά απαιτητικά, ορμόνες που χορεύουν , φιλοδοξίες θεμιτές, όνειρα για δημιουργίες, αγρύπνια, παππούδες και γιαγιάδες ανοριοθέτητους και συχνά κριτικούς, “έλα μου αφού εκείνοι ξέρουν καλύτερα”, στερεότυπα βαριά και ένα εσωτερικό κυνήγι για επάρκεια, “πάλι δεν τα κατάφερες μικρή μου ζογκλέρ”, κάποια φωνούλα παιδική φωνάζει “ΜΑΜΑΑΑΑ”.
Μαμά λοιπόν το χτεσινό κορίτσι. Μαμά τροφός, μαμά γιατρός , μαμά ηλεκτρολόγος , μαμά μαγείρισσα, μαμά ρολόι, μαμά ταξιτζής, μαμά δασκάλα, μαμά σιδερώστρα, μαμά οικονόμος, μαμά ψυχολόγος, μαμά διαιτητής, μαμά μάγος, μαμά ακροάτρια,
μαμά σύζυγος, μαμά ερωμένη, μαμά παραμυθάκι, τραγουδάκι, ιστορία.
και ύστερα σιωπή. κοιμήθηκαν όλοι.
κι αρχίζει η φωνή. δεν τα κατάφερες, γιατί μίλησες έτσι, μα βρίζεις το παιδί σου, το έδειρες, δεν πρόλαβες, τι μάνα είσαι εσύ; τι μάνα είμαι εγώ; δεν ξέρω. πότε δεν λέει η πουτάνα πόσα πρόλαβες ποτέ! κι έτσι αποκοιμιέσαι μέσα στην ενοχή και τούτη τη νύχτα. αχ να ξυπνήσω λίγο πιο πρωί να φτιάξω το κατσαρολάκι για το σχολείο. πάλι μακαρόνια θα τους φτιάξεις; άσε με .
άσε με. άσε με εδώ να γερνάω με τα λάθη μου που κάνουν πάρτυ στο κεφάλι μου, με την αγωνία μου να είσαι καλά, με την ανημπόρια μου να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να το κάνω αλλιώς, με την ενοχή μου για εκείνες τις στιγμές που με πρόδωσε ο παλιοχαρακτήρας μου και να παρηγοριέμαι πως θα με συγχωρέσεις αν κράτησες εκείνα τα κοχύλια που μαζέψαμε, τις μέρες που σου χτένιζα τα μαλλιά χωρίς να σε πονάω, τις ώρες που σε χειροκροτούσα στους αγώνες μπάσκετ, τις νύχτες που σου τραγούδαγα για να κοιμηθείς , τις στιγμές που ένιωσες ότι θα είμαι πάντα παρούσα ότι κι αν κάνεις, την φορά που σε οριοθέτησα με μεγάλο προσωπικό πόνο για να μαζευτείς, τις σπανακόπιτες που κουβαλούσα μπαίνοντας στο αεροπλάνο που τόσο φοβάμαι, τα ατέλειωτα η άμπελος , της αμπέλου, τη …… {πες το } και τα πότε έγινε η συνθήκη των Σεβρών και για όσα δεν ξέρεις και ίσως δεν μάθεις ποτέ που συνέθεσαν τον ιστό της μαμάς που ήταν κάποτε κορίτσι σαν και σένα κόρη μου ή μικρό παιδί σαν και σένα γιέ μου
συγχωράτε μας λοιπόν μέρα που είναι και κάντε χώρο στην δική σας ζωή χωρίς τις περιττές αποσκευές που σας φορτώσαμε όλες οι μανάδες των αιώνων.
ΣΥΓΧΩΡΕΣΤΕ τις.
Μέρα που είναι κάντε το μεγάλο βήμα.
Βρείτε μια γωνίτσα να χωρέσετε και εσείς δηλαδή.
Συγχωρέστε τις μανάδες σας. ναι εκείνες τις υστερικούλες, τις παράλογες, τις μόνο εγώ τα ξέρω όλα, τις ναρκισσιστικές, τις ανόητες , τις σαχλές, τις πιεστικές, τις δραματικές, τις επηρμένες, τις αυστηρές, τις παγωμένες, τις ξεχασιάρες, τις κουρασμένες, τις καταθλιπτικές , τις είσαι το λάφυρό μου, τις για το καλό σου…ξεπεράστε συγχωρώντας τις καλές μαγείρισσες , τις ότι θες εσύ αφέντη μου ή πριγκίπισσα μου , τις μάνες θυσίες, τις μάνες πολυεργαλείο, τις ανυπέρβλητες, τις πανέμορφες , αψεγάδιαστες, απαστράπτουσες, μορφωμένες …
με ρώταγε κάποια στιγμή ένας άντρας, “και γιατί να το κάνω αυτό? δεν μου χρειάζεται, εμένα η μάνα μου, μου είναι αδιάφορη πια”.
μάνα που πέρασε αδιάφορη δεν υπάρχει. είναι εκεί , στις σχέσεις που δεν έκανες, στις σχέσεις που τορπίλισες άνευ λόγου, στην μοναξιά σου, στην ακαθισία σου, στην συστολή σου, στην κατάθλιψή σου, στην χαμηλή σου αυτοεκτίμηση, στην υστερία σου, στους εφιάλτες και στον τρόμο σου. Για να μην πω στον τρόπο που μεγαλώνεις τα δικά σου παιδιά η σ εκείνους που πληγώνεις άθελα σου .
η μάνα που συν-χώρεσες θα σου δώσει την ελευθερία να γίνεις ότι ονειρεύεσαι.
σκέψου άλλωστε ότι αυτή η μικρή στην φωτογραφία δεν είναι άλλη από την μάνα σου μερικά χρόνια πριν.
